χάλαζα

χάλαζα
η см. χαλάζι

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "χάλαζα" в других словарях:

  • χαλάζα — χαλάζᾱ , χάλαζα hail fem nom/voc/acc dual χαλάζᾱ , χαλαζάω hail pres imperat act 2nd sg χαλάζᾱ , χαλαζάω hail imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάλαζα — χάλαζα, η και χαλάζι, το μετεωρολογικό φαινόμενο κατά το οποίο πέφτουν από την ατμόσφαιρα στο έδαφος κόκκοι πάγου: Έπεσε χαλάζι και κατάστρεψε τις καλλιέργειες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χάλαζα — hail fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάλαζα — η, ΝΜΑ το χαλάζι νεοελλ. 1. βοτ. η περιοχή τής βάσης τής σπερματικής βλάστης, όπου ο ιμάντας συνδέεται με τους χιτώνες, και η οποία ταυτίζεται, κατά κανόνα, με την επιφάνεια σύμφυσης τού σπερματικού πυρήνα με τους χιτώνες τής σπερματικής βλάστης… …   Dictionary of Greek

  • χαλαζᾶ — χαλαζάω hail pres subj act 1st sg (doric aeolic) χαλαζάω hail pres ind act 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζᾷ — χαλαζάω hail pres subj mp 2nd sg χαλαζάω hail pres ind mp 2nd sg (epic) χαλαζάω hail pres subj act 3rd sg χαλαζάω hail pres ind act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλάζας — χαλάζᾱς , χάλαζα hail fem acc pl χαλάζᾱς , χάλαζα hail fem gen sg (doric aeolic) χαλάζᾱς , χαλαζάω hail imperf ind act 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χάλαζ' — χάλαζα , χάλαζα hail fem nom/voc sg χάλαζαι , χάλαζα hail fem nom/voc pl χάλαζε , χαλάω Aër. pres imperat act 2nd sg χάλαζε , χαλάω Aër. imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζᾶν — χάλαζα hail fem gen pl (doric aeolic) χαλαζάω hail pres part act masc voc sg (doric aeolic) χαλαζάω hail pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) χαλαζάω hail pres part act masc nom sg (doric aeolic) χαλαζᾶ̱ν , χαλαζάω hail pres inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζάεντι — χαλαζά̱εντι , χαλαζήεις like hail masc/neut dat sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χαλαζῶν — χάλαζα hail fem gen pl χαλαζάω hail pres part act masc voc sg χαλαζάω hail pres part act neut nom/voc/acc sg χαλαζάω hail pres part act masc nom sg (attic epic ionic) χαλαζάω hail pres part act masc nom sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»